Να φτιάξουμε πρώτα τα δημόσια
Πριν από αρκετά χρόνια, όταν ήμουν στο Ποτάμι, είχα υποστηρίξει ότι πριν προχωρήσουμε στην ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων οφείλουμε πρώτα να εξομοιώσουμε το πλαίσιο λειτουργίας και αξιολόγησης των δημόσιων και των μη κρατικών ιδρυμάτων. Η σκέψη ήταν απλή: οι κανόνες με τους οποίους το κράτος κρίνει την ποιότητα των δημόσιων πανεπιστημίων θα αποτελέσουν αναπόφευκτα το σημείο αναφοράς και για τα ιδιωτικά. Αν, λοιπόν, διατηρήσουμε ένα πλαίσιο ασαφές και ελαστικό, ώστε κανένα δημόσιο τμήμα να μην κινδυνεύει να αναδιαρθρωθεί ή να κλείσει, την ίδια ελαστικότητα θα αξιοποιήσουν αργότερα και οι ιδιωτικοί φορείς. Γι’ αυτό έλεγα: αν θέλουμε καλά ιδιωτικά πανεπιστήμια, πρέπει πρώτα να φτιάξουμε τα δημόσια.
Σήμερα, μετά την ψήφιση του νόμου 5094/2024 και τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, η θέση αυτή αποκτά μεγαλύτερη επικαιρότητα. Η συζήτηση δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στο αν κάποιος είναι γενικά υπέρ ή κατά των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Τα μη κρατικά μη κερδοσκοπικά παραρτήματα αλλοδαπών πανεπιστημίων αποτελούν πλέον μέρος της ελληνικής πραγματικότητας. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν θα λειτουργήσουν ως μοχλός αναβάθμισης ολόκληρης της ανώτατης εκπαίδευσης ή αν θα προστεθούν απλώς σε ένα σύστημα χαμηλών και ασαφών απαιτήσεων.
Οι αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ, 1919 και 1920/2025, έκριναν συνταγματικό το θεσμικό πλαίσιο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις: ότι πρόκειται για παραρτήματα αναγνωρισμένων αλλοδαπών πανεπιστημίων και ότι η λειτουργία τους υπάγεται σε αυστηρούς κανόνες, οι οποίοι εξασφαλίζουν υψηλό επίπεδο σπουδών και ακαδημαϊκή ελευθερία. Η συνταγματικότητα του θεσμού, επομένως, δεν αποτελεί λευκή επιταγή. Στηρίζεται ακριβώς στην ύπαρξη ουσιαστικών εγγυήσεων ποιότητας.
Οι νεότερες αποφάσεις του Γ΄ Τμήματος του ΣτΕ, 1167 έως 1172/2026, δεν ανέτρεψαν αυτή την κρίση. Δεν αποφάνθηκαν ότι τα μη κρατικά πανεπιστήμια είναι αντισυνταγματικά ούτε ότι τα συγκεκριμένα προγράμματα είναι κατ’ ανάγκην κακής ποιότητας. Έκριναν, όμως, ότι σε συγκεκριμένες αδειοδοτήσεις και πιστοποιήσεις δεν τηρήθηκαν κρίσιμες νόμιμες προϋποθέσεις. Μεταξύ άλλων, επισημάνθηκαν ζητήματα σχετικά με τον έλεγχο των κτιριακών εγκαταστάσεων, την αμεροληψία αξιολογητών και, κυρίως, την απουσία επαρκώς συγκεκριμένων, προκαθορισμένων, ποσοτικών και ποιοτικών κριτηρίων.
Αυτά δεν είναι ασήμαντες «τεχνικές λεπτομέρειες». Η καταλληλότητα των εγκαταστάσεων, η αμεροληψία της αξιολόγησης και η εκ των προτέρων γνώση των κριτηρίων αποτελούν την ουσία ενός αξιόπιστου συστήματος αδειοδότησης. Αν τα κριτήρια διαμορφώνονται εκ των υστέρων, αν εφαρμόζονται κατά περίπτωση ή αν περιορίζονται σε γενικόλογες διατυπώσεις περί «επάρκειας» και «καταλληλότητας», τότε ούτε τα πανεπιστήμια γνωρίζουν τι ακριβώς οφείλουν να εκπληρώσουν ούτε η κοινωνία μπορεί να ελέγξει γιατί ένα πρόγραμμα εγκρίθηκε και ένα άλλο απορρίφθηκε.
Έχει ιδιαίτερη σημασία ότι η διατύπωση του άρθρου 145 του νόμου 5094/2024 για τα μη κρατικά παραρτήματα δεν είναι αυστηρότερη από εκείνη που ισχύει για τα δημόσια ΑΕΙ. Το άρθρο 9 του νόμου 4653/2020 προβλέπει για τα δημόσια πανεπιστήμια συγκεκριμένα, προκαθορισμένα, διεθνώς αποδεκτά και εκ των προτέρων δημοσιοποιημένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια. Το άρθρο 145 προβλέπει για τα μη κρατικά παραρτήματα συγκεκριμένα και προκαθορισμένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια, εναρμονισμένα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα ESG. Οι δύο διατυπώσεις δεν είναι ταυτόσημες, αλλά παραπέμπουν στην ίδια βασική αρχιτεκτονική διασφάλισης ποιότητας και στον ίδιο κρατικό μηχανισμό αξιολόγησης.
Το πραγματικό πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο τι γράφουν γενικά οι νόμοι. Είναι πώς μετατρέπονται οι γενικές διατάξεις σε μετρήσιμες απαιτήσεις. Τι ακριβώς σημαίνει «επαρκές» διδακτικό προσωπικό; Ποια πρέπει να είναι η αναλογία φοιτητών προς διδάσκοντες; Πόσοι από τους διδάσκοντες πρέπει να είναι πλήρους απασχόλησης; Ποιο επίπεδο επιστημονικής δραστηριότητας απαιτείται; Ποιες εργαστηριακές, βιβλιοθηκικές και ψηφιακές υποδομές θεωρούνται αναγκαίες; Ποια είναι τα ελάχιστα όρια για την οικονομική βιωσιμότητα ενός ιδρύματος; Ποια αποτελέσματα σπουδών πρέπει να αποδεικνύονται και με ποιον τρόπο;
Αν δεν υπάρχουν σαφείς απαντήσεις, η διασφάλιση ποιότητας κινδυνεύει να μετατραπεί σε γραφειοκρατική τελετουργία: έναν φάκελο γεμάτο σωστές διατυπώσεις, χωρίς πραγματική δυνατότητα να διαπιστωθεί αν ένα πρόγραμμα παρέχει υψηλού επιπέδου εκπαίδευση. Και εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος που είχα επισημάνει πριν από χρόνια. Αν τα κριτήρια πρέπει να είναι τόσο χαλαρά ώστε να τα εκπληρώνει αυτομάτως κάθε υφιστάμενο δημόσιο τμήμα, τότε αναπόφευκτα θα είναι εξίσου χαλαρά και για τα μη κρατικά παραρτήματα.
Η λύση δεν είναι να θεσπίσουμε αυστηρούς κανόνες μόνο για τα μη κρατικά ιδρύματα, προστατεύοντας τα δημόσια από κάθε πραγματική αξιολόγηση. Ούτε, βέβαια, να χρησιμοποιήσουμε τις αδυναμίες ορισμένων δημόσιων τμημάτων ως δικαιολογία για να επιτρέψουμε αντίστοιχες αδυναμίες στα ιδιωτικά. Η ορθή κατεύθυνση είναι ένα ενιαίο, διαφανές και απαιτητικό πλαίσιο ακαδημαϊκής ποιότητας, ανεξάρτητο από το ιδιοκτησιακό καθεστώς.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα ιδρύματα πρέπει να είναι ίδια. Ένα μεγάλο δημόσιο ερευνητικό πανεπιστήμιο, ένα περιφερειακό τμήμα και ένα παράρτημα αλλοδαπού ιδρύματος έχουν διαφορετική αποστολή, μέγεθος και οργανωτική δομή. Τα ελάχιστα όρια ποιότητας, όμως, πρέπει να είναι κοινά. Το πτυχίο που απονέμεται στην Ελλάδα πρέπει να αντιστοιχεί σε ένα σαφώς προσδιορισμένο επίπεδο σπουδών, είτε το ίδρυμα χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό είτε από δίδακτρα.
Για τα νέα προγράμματα, δημόσια ή μη κρατικά, οι προϋποθέσεις πρέπει να εκπληρώνονται πριν από την εγγραφή των πρώτων φοιτητών. Για τα ήδη λειτουργούντα δημόσια τμήματα μπορεί να προβλεφθεί μια εύλογη, αλλά δεσμευτική, μεταβατική περίοδος. Όσα δεν ικανοποιούν τα ελάχιστα όρια θα πρέπει να υποχρεώνονται να καταρτίσουν σχέδιο θεραπείας. Αν αποτυγχάνουν επανειλημμένα, θα πρέπει να εξετάζονται η αναστολή εισαγωγής νέων φοιτητών, η αναδιάρθρωση, η συγχώνευση ή, σε ακραίες περιπτώσεις, η κατάργησή τους. Διαφορετικά, η αξιολόγηση δεν θα έχει συνέπειες και επομένως δεν θα είναι πραγματική αξιολόγηση.
Χρειάζεται επίσης μεγαλύτερη διαφάνεια. Για κάθε πρόγραμμα σπουδών πρέπει να δημοσιοποιούνται η σύνθεση και το καθεστώς απασχόλησης του διδακτικού προσωπικού, η αναλογία φοιτητών προς διδάσκοντες, τα στοιχεία εισαγωγής, η πρόοδος των φοιτητών, οι εγκαταλείψεις, ο χρόνος αποφοίτησης, η κατανομή των βαθμών, οι διαθέσιμες υποδομές και τα αποτελέσματα της περιοδικής αξιολόγησης. Η ποιότητα δεν αποδεικνύεται από ένα γνωστό εμπορικό ή πανεπιστημιακό όνομα. Ένα διακεκριμένο μητρικό πανεπιστήμιο στο εξωτερικό δεν εγγυάται από μόνο του ότι το ελληνικό παράρτημά του θα διαθέτει αντίστοιχο προσωπικό, υποδομές και ακαδημαϊκή κουλτούρα.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στο ζήτημα των εισαγομένων. Η ελάχιστη προϋπόθεση πρόσβασης στα μη κρατικά παραρτήματα δεν είναι ισοδύναμη με την πραγματική βάση εισαγωγής στα δημόσια πανεπιστήμια. Στα δημόσια τμήματα οι υποψήφιοι ανταγωνίζονται για περιορισμένο αριθμό θέσεων και οι βάσεις διαμορφώνονται από τη ζήτηση και τις επιδόσεις. Στα μη κρατικά παραρτήματα, αντιθέτως, το νομοθετικό όριο λειτουργεί κυρίως ως κατώφλι επιλεξιμότητας. Για το 2026 το σχετικό όριο διαμορφώθηκε στο 8,26.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε φοιτητής ενός μη κρατικού ιδρύματος είναι λιγότερο ικανός ούτε ότι οι επιδόσεις στο σχολείο καθορίζουν οριστικά τις δυνατότητες ενός νέου ανθρώπου. Σημαίνει, όμως, ότι ορισμένα προγράμματα ενδέχεται να υποδέχονται φοιτητές με χαμηλότερη ή περισσότερο ανομοιογενή ακαδημαϊκή προετοιμασία. Αν τα κριτήρια λειτουργίας είναι ήδη ελαστικά και παράλληλα το ίδρυμα εξαρτάται οικονομικά από τα δίδακτρα, δημιουργείται ένας προφανής κίνδυνος: η ανάγκη διατήρησης των φοιτητών να οδηγήσει σε χαμηλότερες απαιτήσεις, πληθωρισμό βαθμών ή υποβάθμιση των προϋποθέσεων αποφοίτησης.
Η μη κερδοσκοπική νομική μορφή δεν εξαφανίζει αυτόματα αυτά τα κίνητρα. Ένα ίδρυμα μπορεί να μη διανέμει κέρδη, αλλά εξακολουθεί να χρειάζεται έσοδα, φοιτητές και οικονομική βιωσιμότητα. Γι’ αυτό απαιτούνται ισχυροί ακαδημαϊκοί μηχανισμοί, ουσιαστική υποστήριξη των φοιτητών και εξωτερικός έλεγχος των αποτελεσμάτων. Όποιος εισάγεται με ελλείψεις πρέπει να έχει τη δυνατότητα να τις καλύψει, ακόμη και μέσω διαφανούς προπαρασκευαστικού προγράμματος. Δεν πρέπει, όμως, να λαμβάνει ευκολότερα το ίδιο πτυχίο.
Αναγκαία είναι και η θεσμική ανεξαρτησία των αξιολογητών. Οι πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων πρέπει να δηλώνονται, να ελέγχονται και να οδηγούν σε αποχή όπου χρειάζεται. Οι εκθέσεις αξιολόγησης πρέπει να είναι αιτιολογημένες και προσβάσιμες. Τα κριτήρια πρέπει να δημοσιεύονται πριν από την υποβολή των αιτήσεων και να μην τροποποιούνται για να εξυπηρετήσουν έναν συγκεκριμένο υποψήφιο. Η συμμόρφωση πρέπει να επανελέγχεται περιοδικά και όχι μόνο κατά την αρχική αδειοδότηση.
Παράλληλα, πρέπει να προστατεύονται οι φοιτητές. Όταν μια άδεια ανακαλείται ή ένα πρόγραμμα παύει να λειτουργεί, δεν αρκεί μια πολιτική διαβεβαίωση ότι «δεν θα χαθεί το ακαδημαϊκό έτος». Χρειάζονται εκ των προτέρων θεσπισμένα σχέδια ολοκλήρωσης των σπουδών, οικονομικές εγγυήσεις, δυνατότητα μεταφοράς πιστωτικών μονάδων και σαφείς διαδικασίες μετάβασης σε άλλο πρόγραμμα. Το επιχειρηματικό ή οργανωτικό ρίσκο ενός ιδρύματος δεν μπορεί να μεταφέρεται στους φοιτητές και στις οικογένειές τους.
Η κυβέρνηση ορθώς οφείλει να επιδιώξει γρήγορες λύσεις ώστε να περιοριστεί η αβεβαιότητα. Η ταχύτητα, όμως, δεν μπορεί να σημαίνει απλή επανέκδοση των ίδιων πράξεων με διαφορετική διατύπωση. Η απάντηση στις αποφάσεις του ΣτΕ πρέπει να είναι η ουσιαστική εξειδίκευση των κριτηρίων και η επανάληψη των ελέγχων με αμεροληψία και πλήρη αιτιολογία. Διαφορετικά, το πρόβλημα απλώς θα μετατεθεί και η αξιοπιστία του θεσμού θα υπονομευθεί από την αρχή.
Ούτε πείθει το επιχείρημα ότι η εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων θα μας εκθέσει διεθνώς επειδή τα παραρτήματα συνδέονται με γνωστά ξένα πανεπιστήμια. Μια ευρωπαϊκή χώρα δεν εκτίθεται όταν τα δικαστήριά της απαιτούν την τήρηση προκαθορισμένων κανόνων. Εκτίθεται όταν οι κανόνες είναι ασαφείς, όταν οι έλεγχοι γίνονται πρόχειρα ή όταν η πολιτική εξουσία αντιμετωπίζει τις θεσμικές εγγυήσεις ως εμπόδιο που πρέπει απλώς να παρακαμφθεί. Η διεθνής αξιοπιστία κατακτάται με σοβαρούς θεσμούς, όχι με εξαιρέσεις για ισχυρά ονόματα.
Η αρχική ακολουθία που είχα προτείνει —πρώτα η αναμόρφωση του δημόσιου πανεπιστημίου και έπειτα η ίδρυση ιδιωτικών— δεν ακολουθήθηκε. Δεν μπορούμε, όμως, να επιστρέψουμε στο παρελθόν. Μπορούμε να επιδιώξουμε τώρα μια ταυτόχρονη σύγκλιση προς τα πάνω. Κάθε απαίτηση που θεωρούμε αναγκαία για ένα νέο μη κρατικό πρόγραμμα πρέπει να είμαστε διατεθειμένοι να την εφαρμόσουμε και στα δημόσια προγράμματα. Και κάθε αδυναμία που ανεχόμαστε επ’ αόριστον στα δημόσια πρέπει να γνωρίζουμε ότι αργά ή γρήγορα θα γίνει επιχείρημα για αντίστοιχη ανοχή στα ιδιωτικά.
Το μέλλον των μη κρατικών μη κερδοσκοπικών παραρτημάτων δεν θα κριθεί από τον αριθμό των αδειών, τις διαφημιστικές εκστρατείες ή τη λάμψη των ξένων επωνυμιών. Θα κριθεί από το αν προσφέρουν πραγματική ακαδημαϊκή ποιότητα, αν υπόκεινται σε αξιόπιστη αξιολόγηση και αν συμβάλλουν σε έναν υγιή ανταγωνισμό προς τα πάνω. Για να συμβεί αυτό, όμως, πρέπει να εγκαταλείψουμε την αντίληψη ότι η προστασία του δημόσιου πανεπιστημίου σημαίνει προστασία κάθε υφιστάμενης δομής του, ανεξάρτητα από την ποιότητά της.
Η ισχυρότερη εγγύηση για καλά μη κρατικά πανεπιστήμια είναι ένα ισχυρό, απαιτητικό και αξιολογούμενο δημόσιο πανεπιστήμιο. Όταν ο δημόσιος τομέας λειτουργεί με υψηλές προδιαγραφές, θέτει τον πήχη για όλους. Όταν λειτουργεί με εξαιρέσεις και ασάφειες, οι ίδιες εξαιρέσεις γίνονται ο κανόνας ολόκληρου του συστήματος.
Γι’ αυτό εξακολουθώ να πιστεύω στην ουσία της παλιάς εκείνης θέσης: αν θέλουμε ποιοτική ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση, πρέπει να φτιάξουμε τα δημόσια πανεπιστήμια. Όχι για να εμποδίσουμε την αλλαγή, αλλά για να εξασφαλίσουμε ότι η αλλαγή θα είναι πράγματι πρόοδος.